ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΙΣΑΚΙΔΗ
 
 
 
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ...

Κάθε δουλειά ενός νέου καλλιτέχνη συγκινεί κάθε παλιό συνάδελφό του, γιατί έχει περάσει κι αυτός από μίαν ίδια ή ανάλογη δοκιμασία. Όταν με κάλεσε η Αλεξάνδρα Ισακίδη για να δω την δουλειά της, που σκόπευε να την παρουσιάσει σε μια αίθουσα Τέχνης, και για να μου ζητήσει την γνώμη μου, θυμήθηκα τον εαυτό μου, όταν σε ηλικία είκοσι ετών έδειξα την πρώτη ποιητική μου δουλειά στον συνεκδότη του Ικάρου, ποιητή Νίκο Καρύδη. Και φυσικά, αφού θυμήθηκα τον εαυτό μου , ξανασυγκινήθηκα. Η ποιητική μου δοκιμασία εκείνη είχε πραγματοποιηθεί χάρις στην συνηγορία ενός συγγενή μου, του Νίνου Διαμαντούρου, ενός άγνωστου τότε «συνηγόρου του ποιητή», φίλου του Παλαμά, του Σικελιανού, αλλά και του Κόντογλου και του Αντίοχου Ευαγγελάτου.

Θα μου πείτε, τι σχέση έχει η ποίηση με την ζωγραφική, εκτός από το «Χρώμα» με την διπλή έννοια της λέξεως, που ζωντανεύει και τις δύο τέχνες; Μήπως το ίδιο δεν ισχύει και με την μουσική; Κι όμως εγώ εκτός από τον Καβάφη και τον Έλιοτ, επηρεάστηκα στον λόγο μου και απόν Πικάσο και τον Στραβίνσκι, χωρίς να έχω ποτέ μου τραβήξει μια πινελιά, ή να έχω αγγίξει ένα πλήκτρο, ή μια χορδή. Ο Κόντογλου, αντίθετα συνδύαζε την Τέχνη του ζωγράφου και του συγγραφέα, όπως και ο μαθητής του, Γιάννης Τσαρούχης, που γνώριζε την τέχνη του λόγου, όσο και του χρωστήρος.
Είχα παρακολουθήσει μια πρόωρη «λεία» της ζωγραφικής της Αλεξάνδρας Ισακίδη, μόλις είχε μπει στην Σχολή Καλών Τεχνών, όταν είχα πάει στο σπίτι των γονέων της, για να δω μια σειρά ζωγραφικών έργων της μητέρας , την οποία γνώριζα, όχι μόνον από τον άντρα της, αλλά και από ένα πορτραίτο που της είχε κάνει ο Άλκης Γκίνης. Μετά είχα δει και μερικά έργα της κόρης της περιόδου Μυταρά, όπως την είχα βαφτίσει. Δίκαια ή άδικα δεν έχει σημασία. Τόσον οι αδαείς, όσο και οι ειδικοί, αρέσκονται πάντοτε να βάζουν κάποιες ταμπέλες στην εργασία των άλλων προς ιδίαν συνήθως διευκόλυνση και επίδειξη γνώσεων. Εξ ου και οι τόσες σχολές και οι τόσοι «-ισμοί», στους οποίους έχει ιδιαίτερη επίδοση οι Γάλλοι, ως οι πρώτοι λαλήσαντες και ιδρύσαντες την μία ecole επάνω-κάτω, και μετά απ’ την άλλη. Γι’ αυτό και γω «αυθαιρέτω δικαίω», όταν διαβάζω ελληνικές εικαστικές διατριβές, τις αποκαλώ «γαλλισμούς» και, επί το ελληνικώτερον, παπαγαλισμούς.
Αυτή την φορά δεν θα υποπέσω στο ίδιο λάθος, που έκανα κ’ εγώ, όταν πρωτοέβλεπα τα έργα ξένων ή Ελλήνων φίλων και γνωστών ζωγράφων. Θυμάμαι, όταν μου έδειχνε στο Ατελιέ του στην Αγγλία μερικούς πίνακές του ο Τζων Κράξτον, ότι του είχα πει, ότι ένας από αυτούς μου θύμηζε πάρα πολύ κάποιο πίνακα του Πικάσο. Βέβαια ο πολύπειρος, από τέτοια, Κράξτον, όχι μόνον δεν πειράχτηκε, αλλά μου έφτιαξε και το πορτραίτο μου, αν και για να με τιμωρήσει ίσως, μου το χάρισε μετά από είκοσι χρόνια στην Αθήνα. Έκτοτε απέφευγα να κάνω παρομοιώσεις, και με τον τρόπο αυτό απέκτησα μια μεγάλη συλλογή από πίνακες που μουχάριζαν, χωρίς καμμιά καθυστέρηση, σχεδόν όλοι οι φίλοι μου ζωγράφοι.

Λοιπόν, πάνω στο ίδιο μοτίβο θα προσπαθήσω γράφοντας αυτή την εισαγωγή στην ζωγραφική της Αλεξάνδρας Ισακίδη, να πρωτοτυπώσω, αντιγράφοντας εγώ έναν Έλληνα ζωγράφο! Για την ακρίβεια, θα αναφερθώ όχι στην τεχνική του ζωγράφου Μιχαήλ Οικονόμου (του δεύτερου εκ των δύο Οικονόμων) αλλά στον τίτλο του έργου του που μου είχε κάνει ανάλογη εντύπωση μ’ εκείνη του έργου. Ο πίνακάς του αναπαριστούσε ένα απλό μικρό ιδανικό σπιτάκι πάνω σχεδόν στην θάλασσα, με μια όμορφη βαρκούλα μπροστά του, και ετιτλοφορείτο: «Το σπίτι που ονειρεύεται».
Έτσι αισθάνθηκα, καθώς έβλεπα έναν έναν τους πίνακες, που μου παρουσίαζε η Αλεξάνδρα στο ατελιέ της. Αντίκριζα ένα μαγικό δωμάτιο με μισάνοιχτες πόρτες και μισόκλειστα παράθυρα, όπου εφιλοξενείτο πάνω στο πάτωμα, σε κρεβάτια, καρέκλες ή τραπεζάκια ένας ολόκληρος θαυμαστός κόσμος από παιγνίδια, που μοιάζουν περισσότερο σε ζωάκια από κουκλάκια, έτοιμα να μεταμορφωθούν σαν άλλοι μικροί «καρυοθραύστες», σε ονειρικούς μεγάλους φίλους μας. Κι αμέσως το βάφτισα: «το Δωμάτιο που ονειρεύεται».

Θα μου πείτε: “What’s in a name?”. Θα σας έλεγα πολλά. Γιατί για μένα αυτός ο τίτλος βγήκε, όχι μόνο από το θέμα και την τεχνική του έργου, αλλά και από το σχέδιο και το χρώμα, που όλα μαζί συνθέτουν την ποίηση της νέας ζωγράφου. Γι’ αυτό και η δουλειά της είναι διπλά συγκινητική –όχι μόνον ως πρώτη αγάπη- επειδή περιέχει και μια δική της ποιητική, που αποτελεί ένα άλλο επίτευγμα της καλλιτέχνιδος.

Κ’ εδώ τελειώνω, γιατί δεν νομίζω, ότι η Αλξάνδρα Ισακίδη, χρειάζεται άλλη δική μου «συνηγορία».

Πάρις Τακόπουλος